χαρτί


χαρτί
Λεπτό συμπιεσμένο στρώμα από επάλληλες ύλες κυτταρίνης, που χρησιμοποιείται κυρίως για γράψιμο ή ως υλικό συσκευασίας. Πρώτη ύλη για την κατασκευή του χ. είναι οι ίνες κυτταρίνης, που περιέχονται στα απορρίμματα του βαμβακιού, του λιναριού, του κανναβιού και του ξύλου, από τα οποία χωρίζονται με ειδικές διαδικασίες, μηχανικές και χημικές. Η κυτταρίνη βρίσκεται επίσης και σε μερικά ετήσια φυτά, όπως το σπάρτο και το βούρλο, και στο άχυρο. Ανάλογα με τον ειδικό προορισμό του κάθε χ., κατά τις φάσεις της κατασκευής του προστίθενται και άλλες ουσίες στην κυτταρίνη, κολλητικές (ρητίνη, ζωικές κόλλες, άμυλο) και βάρους (καολίνης, ταλκ). Από την κυτταρίνη και τον πολτό από ράκη παράγεται λεπτό και καλής ποιότητας χ., ενώ για χ. κατώτερων ποιοτήτων χρησιμοποιείται ο ξυλοπολτός. Σε πολλές περιπτώσεις οι δύο πολτοί αναμειγνύονται. Το χ., που παράγεται είναι πάρα πολλών ειδών, από τεχνική άποψη όμως μπορεί να χωριστεί σε 3 βασικές κατηγορίες: λεπτό, από ράκη στα οποία μπορεί να προστεθεί και κυτταρίνη· ημίλεπτο, κυρίως από κυτταρίνη· κοινό, όπου υπερισχύει ο ξυλοπολτός. Ιστορικά στοιχεία. Η ανάγκη του ανθρώπου να διατηρήσει γραμμένες τις σκέψεις του, τον ώθησε να αναζητήσει ένα ελαφρό και εύκολα μεταφερόμενο υλικό, πάνω στο οποίο να γράφει· και πρώτο τέτοιο υλικό φαίνεται πως ήταν οι φλούδες δέντρων. Η πρωτόγονη συνήθεια του χαράγματος σε πέτρες, μέταλλα και ξύλα διατηρήθηκε μόνο για ειδικούς σκοπούς (επιτάφιες πλάκες, μνημεία, χιλιομετρικοί δείκτες κ.ά.). Η παράδοση αποδίδει την εφεύρεση του χ. στον Τσάι Λουν, ο οποίος, το 105 π.Χ., επί βασιλείας του Χο-Τι της δυναστείας των Χαν, άρχισε να κατασκευάζει χ. από φλούδες δέντρων και κομμάτια μετάξι, που τα πολτοποιούσε σφυροκοπώντας τα μέσα στο νερό, έχυνε μετά τον πολτό επάνω σε μια πλάκα και το φύλλο που γινόταν έτσι το άφηνε να στεγνώσει στον ήλιο. Η υποτυπώδης αυτή τεχνική δεν σημείωσε μεγάλη πρόοδο στην Κίνα, αλλά η μέθοδος φαίνεται πως αναπτύχθηκε στην Ιαπωνία, όπου, κατά την εποχή του Χέι-Τζο (806 – 809 μ.Χ.), η κυβέρνηση χρησιμοποιούσε εργάτες για την παραγωγή χ.: έπαιρναν φλούδες της βρουσσονέτιας της παπυροφύρας, τις έκαναν λωρίδες, τις στέγνωναν, τις έβραζαν και έτσι γινόταν ο πολτός, τον οποίο μετά τοποθετούσαν σε πλαίσια και σχηματιζόταν ένα σύμπλεγμα από ίνες. Το 751, μετά τη μάχη του Τουρκεστάν μεταξύ Αράβων και Κινέζων, η μέθοδος πέρασε στους Άραβες, που τους την έμαθαν Κινέζοι αιχμάλωτοι, διαδόθηκε σύντομα στη Μικρά Ασία, από εκεί στη βόρεια Αφρική και τον 12o αι. έφτασε στην Ισπανία. Κατά τον 14o αι. όλες σχεδόν οι ευρωπαϊκές χώρες διέθεταν εγκαταστάσεις παραγωγής χ., η οποία, χάρη στις τεχνολογικές εξελίξεις, έφτασε στα σημερινά τεράστια ποσοτικά, υψηλότατα ποιοτικά και ευρύτατα από άποψη χρήσης επίπεδα. Αίθουσα εργοστάσιου παραγωγής χαρτιού Το χαρτί συνοδεύει κάθε έκφανση της καθημερινότητάς μας όπως την ενημέρωση ή και τη διαμαρτυρία (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
το / χαρτίον, Ν ΜΑ [χάρτης]
νεοελλ.
1. υλικό διαμορφωμένο σε λεπτά και ξηρά φύλλα, αποτελούμενα κυρίως από ίνες ή από τμήματα ινών διαπλεγμένα ή συμπιλημένα σε συνεκτικό ενιαίο σύνολο και χρησιμοποιούμενα για γραφή, για εκτύπωση, ως περιτύλιγμα κ.ά. χρήσεις
2. κάθε είδους επίσημο έγγραφο («δεν είναι εν τάξει όλα τα χαρτιά του»)
3. (ειδικά) απολυτήριο ή πτυχίο («δεν πήρε ακόμη το χαρτί του»)
4. παιγνιόχαρτο, τραπουλόχαρτο («είχα καλό χαρτί και κέρδισα»)
5. στον πληθ. τα χαρτιά
η χαρτοπαιξία («έχασε την περιουσία του στα χαρτιά»)
6. φρ. α) «απορροφητικό χαρτί» — πορώδες χαρτί για την απορρόφηση τού μελανιού από τα χειρόγραφα, αλλ. στυπόχαρτο
β) «φωτογραφικό χαρτί» — φύλλο χαρτιού ή άλλου υλικού, επιχρισμένο με φωτοπαθές γαλάκτωμα, που χρησιμεύει για τη λήψη φωτοτύπων από αρνητική ή θετική φωτογραφική διαφάνεια
γ) «διηθητικό χαρτί» — χαρτί ειδικό για την διήθηση διαφόρων υγρών
7. παροιμ. «όποιος χάνει στα χαρτιά, κερδίζει στην αγάπη» — λέγεται σκωπτικά ως παρηγορητικός λόγος σε κάποιον που χάνει στην χαρτοπαιξία
μσν.-αρχ.
υποκορ. τ. τού χάρτης.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • χαρτί — το 1. λεπτό φύλλο από συμπιεσμένες φυτικές ίνες (συνήθως) που χρησιμεύει κυρίως για γραφή, εκτύπωση, περιτύλιγμα αντικειμένων κτλ. 2. κάθε επίσημο έγγραφο, απολυτήριο, πτυχίο κ.ά.: Δεν πήρε ακόμα το χαρτί του. 3. τραπουλόχαρτο. 4. χαρτοπαιξία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χαρτί — [харти] ουσ. о. бумага, игральная карта …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γραφομηχανή — Εκτυπωτική μηχανή σε φύλλο χαρτιού, με χαρακτήρες παρόμοιους με τα στοιχεία του Τύπου. Η μηχανή αυτή λειτουργεί με πλήκτρα και αντικαθιστά τη γραφή με το χέρι. Η γ. στην κανονική της μορφή αποτελείται από το κινητό μέρος της, που ονομάζεται όχημα …   Dictionary of Greek

  • ηλιογραφία — Μέθοδος για την αναπαραγωγή σχεδίων σε φωτογραφικό χαρτί, με άμεση επαφή ανάλογη με την κυανογραφία. Και οι δύο αυτές μέθοδοι είναι πλέον ουσιαστικά ιστορικές, μια και έχουν αντικατασταθεί από νεότερες τεχνικές. Στην η. το σχέδιο (σε διαφανές… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • σχέδιο — Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε παράσταση πάνω σε μια επιφάνεια (βράχο, επιχρισμένο τοίχο, μέταλλο, ξύλο, περγαμηνή, χαρτί κλπ.) που απεικονίζεται με ένα περίγραμμα το οποίο αποτελείται από μια ή περισσότερες γραμμές· στην… …   Dictionary of Greek

  • φωτοστοιχειοθεσία — Η στοιχειοθεσία (σύνθεση) κειμένου με τη βοήθεια κλαβιέ και η αποτύπωσή του πάνω σε φωτοευπαθές χαρτί ή φιλμ. Η φ. είναι νέα μέθοδος στοιχειοθεσίας που δημιουργήθηκε από μια ανάγκη: να εξυπηρετήσει τη γρήγορη εξάπλωση της λιθογραφίας. Τον… …   Dictionary of Greek

  • όφσετ — (offset). Διεθνώς καθιερωμένος αγγλικός όρος (παράγεται από τις λέξεις off= διεύθυνση και (to) set = θέτω και κατά λέξη σημαίνει μεταφορά), ο οποίος στην τυπογραφική γλώσσα δηλώνει ένα σύστημα έμμεσης εκτύπωσης, κατά το οποίο μεταξύ της… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • βιβλίο — Σύνολο φύλλων χαρτιού, περγαμηνής ή άλλου υλικού, τυπωμένων ή χειρόγραφων, δεμένων μαζί ώστε να αποτελούν έναν τόμο, προορισμένο για κυκλοφορία. Η ιστορία του β. καλύπτει μια περίοδο πάνω από 5.000 ετών και είναι κατά μεγάλο μέρος ιστορία του… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.